Μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων ζητούν από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, να διευκρινίσει εάν οι δημόσιες δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, εκφράζουν την επίσημη θέση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η πρωτοβουλία εκδηλώθηκε μέσω επιστολής που κυκλοφορεί στο Κογκρέσο με στόχο τη συγκέντρωση υπογραφών. Στο επίκεντρο βρίσκονται τόσο το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης Ουάσιγκτον και Άγκυρας αναφορικά με το πρόγραμμα των F-35 όσο και οι τοποθετήσεις του κ. Μπάρακ σχετικά με τον ρόλο της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Σύμφωνα με τους νομοθέτες, οι δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη προκαλούν σύγχυση σχετικά με τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών σε ζητήματα που αφορούν άμεσα την αμερικανική νομοθεσία, την ασφάλεια του ΝΑΤΟ, αλλά και τη γεωπολιτική ισορροπία στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ζητείται να διευκρινιστεί πώς εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων) στην περίπτωση της Τουρκίας και ποια βήματα θα έπρεπε να κάνει η Άγκυρα πριν τεθεί ξανά προς συζήτηση η συμμετοχή της στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών.
Οι νομοθέτες υπενθυμίζουν ότι η τουρκική πλευρά δεν έχει μέχρι σήμερα ικανοποιήσει τις βασικές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από την αμερικανική νομοθεσία. Σε αυτές περιλαμβάνονται η απομάκρυνση των S-400, η δέσμευση ότι δεν θα αποκτηθούν παρόμοια ρωσικά συστήματα στο μέλλον και η επιβεβαίωση ότι δεν έχουν παραληφθεί πρόσθετα ρωσικά αμυντικά συστήματα.
Το δεύτερο σκέλος της επιστολής αφορά τις αναφορές του Τομ Μπάρακ για τον Λίβανο, το Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ. Και σε αυτή την περίπτωση, οι βουλευτές ζητούν από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να τοποθετηθεί για το εάν θεωρεί συμβατές με την αμερικανική πολιτική δηλώσεις που εμφανίζονται να βάζουν στην ίδια ζυγαριά το Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ.
Ο Αμερικανός πρέσβης Τομ Μπάρακ είχε κάνει τις συγκεκριμένες δηλώσεις στο Διπλωματικό Φόρουμ στην Αττάλεια. Κατά την συμμετοχή του σε πάνελ, είχε χαρακτηρίσει την εκεχειρία στον Λίβανο εξαιρετικά εύθραυστη και είχε υποστηρίξει ότι από την εξίσωση απουσιάζουν δύο κρίσιμοι παράγοντες, η Χεζμπολάχ και το Ιράν. Είχε επίσης αναφέρει ότι πρέπει να υπάρξει μια διαδικασία διαλόγου ή πολιτικής διαχείρισης με τη Χεζμπολάχ, η οποία, όπως είπε, δεν μπορεί να έχει ως στόχο την εξόντωσή της.