Η ιλαρά εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία στην Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για νόσο που μπορεί να προληφθεί αποτελεσματικά μέσω του εμβολιασμού.
Σύμφωνα με τη νέα μηνιαία έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), καταγράφηκαν συνολικά 3.607 κρούσματα στις χώρες της ΕΕ και του ΕΟΧ κατά το διάστημα από 1 Απριλίου 2025 έως 31 Μαρτίου 2026.
Την ίδια περίοδο αναφέρθηκαν πέντε θάνατοι, εκ των οποίων τρεις στη Γαλλία, ένας στην Ολλανδία και ένας στη Ρουμανία. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι η ιλαρά δεν είναι μια απλή παιδική ασθένεια, αλλά μια ιδιαίτερα μεταδοτική λοίμωξη που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.
Σε ό,τι αφορά τον Μάρτιο του 2026, από τις 30 χώρες που υπέβαλαν στοιχεία, οι 12 δήλωσαν συνολικά 172 κρούσματα, ενώ οι υπόλοιπες δεν κατέγραψαν κανένα περιστατικό. Ο αριθμός εμφανίζεται αυξημένος σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, αν και το ECDC επισημαίνει ότι τα δεδομένα ενδέχεται να αναθεωρηθούν εκ των υστέρων.
Η εικόνα της Ελλάδας
Η χώρα μας ανέφερε τέσσερα κρούσματα στο διάστημα από την 1η Απριλίου 2025 έως τις 31 Μαρτίου 2026. Από αυτά, δύο καταγράφηκαν τον Απρίλιο του 2025, ένα τον Μάιο και ένα τον Ιούνιο, ενώ από τον Ιούλιο του 2025 έως και τον Μάρτιο του 2026 δεν υπήρξαν νέα.
Για την ερυθρά, σημειώθηκε μία περίπτωση κατά το ίδιο διάστημα, τον Αύγουστο του 2025.
Ωστόσο, η εμβολιαστική κάλυψη επιδέχεται βελτίωση. Το 2024, άγγιξε το 91% στην πρώτη δόση και το 71% στη δεύτερη: ποσοστά χαμηλότερα από το ευρωπαϊκό όριο του 95%.
Οι χώρες με τα περισσότερα κρούσματα
Στη διάρκεια του τελευταίου δωδεκαμήνου, τα περισσότερα περιστατικά αναφέρθηκαν στη Ρουμανία (1.010). Ακολούθησαν η Γαλλία (577), η Ιταλία (493), η Ισπανία (353) και το Βέλγιο (324). Μόνο τέσσερις χώρες – το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, η Φινλανδία και το Λιχτενστάιν – δεν είχαν κανένα, την ίδια περίοδο.
Όσον αφορά συγκεκριμένα τον Μάρτιο 2026, η πλειοψηφία καταγράφηκε στη Βουλγαρία (52), στην Ιταλία (44), στην Ισπανία (24), στη Γαλλία (15) και στη Γερμανία (11).

Βρέφη και μικρά παιδιά στο επίκεντρο
Από τα 3.607 κρούσματα με γνωστή ηλικία, τα 1.143 ήταν παιδιά κάτω των πέντε ετών, δηλαδή σχεδόν το ένα τρίτο του συνόλου.
Τα υψηλότερα ποσοστά αφορούσαν τα βρέφη κάτω του ενός έτους και τα παιδιά ηλικίας 1-4 ετών.
Η ευαλωτότητα των μωρών έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς στις περισσότερες χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ η πρώτη δόση εμβολίου κατά της ιλαράς χορηγείται μετά την ηλικία των 12 μηνών. Αυτό σημαίνει ότι τα πολύ μικρά παιδιά προστατεύονται κυρίως όταν υπάρχει υψηλή συλλογική ανοσία στον γενικό πληθυσμό.
Σχεδόν 8 στους 10 ήταν ανεμβολίαστοι
Από τα 3.029 άτομα, τα 2.369 δεν είχαν εμβολιαστεί (78,2%). Άλλο ένα 10,6% είχε λάβει μία δόση εμβολίου κατά της ιλαράς, ενώ 9,9% δύο ή περισσότερες. Όσον αφορά την ηλικιακή ομάδα 1-4 ετών, από τα 781 παιδιά, τα 588 ήταν ανεμβολίαστα.
Υπενθυμίζεται ότι για την εξάλειψη της ιλαράς απαιτείται σταθερή εμβολιαστική κάλυψη άνω του 95% με δύο δόσεις, σε όλα τα επίπεδα του πληθυσμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις WHO-UNICEF για το 2024, μόνο τέσσερις χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ την πέτυχαν: η Κύπρος, η Ουγγαρία, η Ισλανδία και η Πορτογαλία.
Στο σύνολο της ΕΕ/ΕΟΧ, η κάλυψη για την πρώτη δόση εκτιμήθηκε στο 93,8%, ενώ για τη δεύτερη στο 87,8%. Το κενό θεωρείται κρίσιμο, καθώς η πλήρης προστασία του πληθυσμού απαιτεί και τις δύο.
Ερυθρά: Λίγα κρούσματα, αλλά η επιτήρηση παραμένει απαραίτητη
Η εικόνα για την ερυθρά είναι σαφώς ηπιότερη. Από την 1η Απριλίου 2025 έως τις 31 Μαρτίου 2026, 29 χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ ανέφεραν συνολικά 78 περιπτώσεις, ενώ δεν υπήρξε κάποια απώλεια.
Τον Μάρτιο 2026 υπήρξαν μόλις δύο περιστατικά, αμφότερα από την Πολωνία, ενώ οι υπόλοιπες 28 χώρες είχαν μηδενικά. Στο δωδεκάμηνο, η Πολωνία συγκέντρωσε τη μεγάλη πλειονότητα των αναφορών, με 63, αν και το ECDC σημειώνει ότι τα δεδομένα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία, καθώς μόνο δύο ήταν εργαστηριακά επιβεβαιωμένα.
Η ερυθρά είναι συνήθως ήπια νόσος, όμως η λοίμωξη κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να προκαλέσει συγγενείς βλάβες. Γι’ αυτό η διατήρηση υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης παραμένει βασικό «όπλο» της δημόσιας υγείας.
Οι συστάσεις του ECDC
Το ECDC καλεί τις αρχές δημόσιας υγείας να κινηθούν σε πολλαπλά επίπεδα, με πρώτο στόχο την κάλυψη των κενών ανοσίας. Κρίσιμη θεωρείται η επίτευξη και διατήρηση εμβολιαστικής κάλυψης άνω του 95% με τη δεύτερη δόση του εμβολίου κατά της ιλαράς.
Επίσης, το Κέντρο ζητά ισχυρή επιτήρηση, επαρκή ετοιμότητα των υπηρεσιών δημόσιας υγείας, γρήγορη διάγνωση και αποτελεσματικό έλεγχο των εξάρσεων. Παράλληλα, οι επαγγελματίες υγείας καλούνται να ελέγχουν το εμβολιαστικό ιστορικό των πολιτών, ιδίως πριν από ταξίδια, και να είναι οι ίδιοι πλήρως θωρακισμένοι.
Πίσω από τους αριθμούς
Η ιλαρά συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο μεταδοτικές ιογενείς νόσους. Σε ευάλωτους πληθυσμούς, η διασπορά μπορεί να προσεγγίσει το 100%. Η ύπαρξη ενός ασφαλούς και αποτελεσματικού εμβολίου έχει μειώσει δραστικά τα περιστατικά στην Ευρώπη, όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι η εξάλειψη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Όταν η εμβολιαστική κάλυψη υποχωρεί, οι δεύτερες δόσεις καθυστερούν ή χάνονται, και ομάδες του πληθυσμού μένουν εκτός υπηρεσιών υγείας, η ιλαρά «επιστρέφει». Το ίδιο ισχύει και για την ερυθρά, όπου η χαμηλή κυκλοφορία δεν αναιρεί την ανάγκη σταθερής προστασίας.