Η Ελλάδα προχωρά στην παραχώρηση αρμάτων μάχης τύπου Leopard 1A5 προς την Κυπριακή Δημοκρατία, με στόχο την ενίσχυση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της Εθνική Φρουρά Κύπρου, σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι διαβουλεύσεις μεταξύ των υπουργείων Άμυνας Ελλάδας και Κύπρου βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και η υλοποίηση της συμφωνίας θεωρείται πλέον ζήτημα χρόνου.
Στρατιωτικές πηγές αναφέρουν ότι υπάρχει στενός συντονισμός ανάμεσα στα Γενικά Επιτελεία των δύο χωρών, τα οποία εξετάζουν τις τεχνικές και επιχειρησιακές παραμέτρους της μεταφοράς και ένταξης των αρμάτων στο κυπριακό οπλοστάσιο.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις έχει το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας της χώρας μας υπό τον στρατηγό Δημήτριο Χούπη, που βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία με το αντίστοιχο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς που τελεί υπό τον αντιστράτηγο Εμμανουήλ Θεοδώρου. Οι δύο αρχηγοί διατηρούν σταθερούς και άμεσους διαύλους επικοινωνίας, γεγονός που διευκολύνει τη γρήγορη ανταλλαγή πληροφοριών και την πρόοδο των συζητήσεων.
Η ανάγκη για αναζήτηση λύσεων έχει προκύψει κυρίως λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Εθνική Φρουρά στη συντήρηση των υπαρχόντων αρμάτων μάχης T-80, τα οποία είναι ρωσικής προέλευσης. Οι δυσκολίες στην υποστήριξη και στην εξασφάλιση ανταλλακτικών έχουν δημιουργήσει επιχειρησιακές πιέσεις, με αποτέλεσμα να εξετάζεται η ενίσχυση ή και η σταδιακή αντικατάσταση μέρους του στόλου. Στο παρελθόν είχαν γίνει προσπάθειες για εξεύρεση λύσεων από το εξωτερικό, μεταξύ των οποίων και η πιθανή προμήθεια ισραηλινών αρμάτων μάχης τύπου Merkava. Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιλογή δεν προχώρησε, κυρίως λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων που απαιτούνται για την παραγωγή και την παράδοση τέτοιου εξοπλισμού. Οι χρόνοι αυτοί κρίθηκαν μη συμβατοί με τις άμεσες ανάγκες της Εθνικής Φρουράς, με αποτέλεσμα να αναζητηθούν πιο άμεσες και ρεαλιστικές λύσεις, στο ευρύτερο πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας και Κύπρου.
Έτσι, στο προσκήνιο επανήλθε η επιλογή των γερμανικής κατασκευής Leopard 1A5 που διαθέτει ο Ελληνικός Στρατός. Πρόκειται για άρματα που αν και δεν θεωρούνται τελευταίας γενιάς, μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα, ενώ παράλληλα υπάρχει η δυνατότητα αναβάθμισής τους ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις του πεδίου επιχειρήσεων. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που εξετάζεται σοβαρά η συγκεκριμένη λύση.
Το Leopard 1A5 ξεχωρίζει κυρίως για τη φιλοσοφία του σχεδιασμού του. Δεν βασίζεται στην απόλυτη θωράκιση όπως νεότερα άρματα, αλλά στην κινητικότητα, την ταχύτητα και την ακρίβεια πυρός. Είναι ένα άρμα που μπορεί να κινηθεί γρήγορα στο πεδίο, να αλλάζει θέσεις με ευκολία και να υποστηρίζει ευέλικτες τακτικές επιχειρήσεις. Ο οπλισμός του αποτελείται από πυροβόλο των 105 χιλιοστών, το οποίο έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αξιόπιστο σε πραγματικές συνθήκες επιχειρήσεων. Μπορεί να μην συγκρίνεται με τα μεγαλύτερα πυροβόλα των νεότερων αρμάτων, ωστόσο παραμένει αποτελεσματικό απέναντι σε θωρακισμένους στόχους, οχυρώσεις και ελαφρύτερα τεθωρακισμένα, ειδικά όταν συνδυάζεται με σύγχρονα πυρομαχικά.
Η έκδοση A5 εισήγαγε ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του εκσυγχρονισμού του συγκεκριμένου άρματος, το αναβαθμισμένο σύστημα ελέγχου πυρός. Αυτό επιτρέπει πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια, ταχύτερη στόχευση και καλύτερη απόδοση σε συνθήκες μάχης, τόσο ημέρα όσο και νύχτα. Η παράλληλη δυνατότητα νυχτερινής μάχης αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα, καθώς αυξάνει σημαντικά την επιχειρησιακή ευελιξία. Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα του Leopard είναι η ευκολία συντήρησης και η απλότητα των συστημάτων. Αυτό το καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμο για στρατούς όπως τον κυπριακό, που επιδιώκουν γρήγορη επιχειρησιακή ένταξη και χαμηλότερο κόστος υποστήριξης.
Το σχέδιο που συζητείται μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας αφορά ένα ευρύτερο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των αρμάτων μάχης που θα αποκτήσει η νήσος. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται η αναβάθμιση κρίσιμων συστημάτων, όπως τα σκοπευτικά, οι επικοινωνίες, τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, αλλά και η ενίσχυση της θωράκισης. Στόχος είναι τα άρματα να μπορέσουν να ενταχθούν άμεσα και αποτελεσματικά στο επιχειρησιακό δόγμα της Εθνικής Φρουράς, χωρίς να απαιτηθεί μεγάλη περίοδος προσαρμογής. Να σημειωθεί τέλος ότι σήμερα η Εθνική Φρουρά διαθέτει δύο Επιλαρχίες Μέσων Αρμάτων, που απαρτίζονται συνολικά από 82 ρωσικής προέλευσης άρματα μάχης T-80, τα οποία υπάγονται οργανικά στην 20ή Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία. Η συγκεκριμένη δύναμη αποτελεί βασικό πυλώνα της άμυνας της Κύπρου, γεγονός που εξηγεί την ένταση των προσπαθειών για την εξασφάλιση άμεσης και αξιόπιστης ενίσχυσης.