Ενώ η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας συνεχίζει να αυτοσυγχαίρεται για τους «ρυθμούς ανάπτυξης» και τις επενδυτικές βαθμίδες, η πραγματικότητα που βιώνει ο Έλληνας πολίτης στο σούπερ μάρκετ και το οικογενειακό τραπέζι το 2026 είναι μια εικόνα απόλυτης οικονομικής εξαθλίωσης.
Η σύγκριση των στοιχείων μεταξύ 2016 και 2026 αποκαλύπτει την πικρή αλήθεια: Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων έχει καταρρακωθεί, με την αύξηση των μισθών να μοιάζει με κακόγουστο αστείο μπροστά στο τσουνάμι της ακρίβειας.
Μισθοί στα τάρταρα, τιμές στα ύψη
Η κυβέρνηση διατυμπανίζει την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 586€ (2016) στα 920€ (2026), μια ονομαστική αύξηση της τάξεως του 57%. Ωστόσο, αυτή η άνοδος αποτελεί «σταγόνα στον ωκεανό» της ακρίβειας που σαρώνει τα βασικά αγαθά.
Όταν τα είδη πρώτης ανάγκης αυξάνονται με διπλάσιους και τριπλάσιους ρυθμούς, ο πολίτης δεν είναι «πλουσιότερος», αλλά δραματικά φτωχότερος.
Το «χρυσό» λάδι και το κρέας των πλουσίων
Η κατάσταση με το ελαιόλαδο είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα κυβερνητικής αδράνειας και ανοχής στην αισχροκέρδεια. Από τα 5,50€ το λίτρο το 2016, φτάσαμε στα 16,50€ το λίτρο το 2026. Μια αύξηση της τάξεως του 200% σε ένα προϊόν που η Ελλάδα παράγει σε αφθονία! Η κυβέρνηση παρακολουθεί ως απλός θεατής τον «εθνικό μας πλούτο» να γίνεται απρόσιτος για τη μέση οικογένεια.
Αντίστοιχα, το μοσχαρίσιο κρέας από τα 8€ εκτινάχθηκε στα 18€ (+125%), μετατρέποντας μια βασική πηγή πρωτεΐνης σε είδος πολυτελείας. Ακόμη και το λαϊκό φαγητό του Έλληνα, το σουβλάκι, από τα 2,20€ πλησιάζει πλέον τα 5€, έχοντας υποστεί αύξηση 123%.
Η φτωχοποίηση με υπογραφή ΝΔ
Η κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς να ελέγξει την αγορά. Με έναν κατώτατο μισθό που αυξήθηκε κατά 57% την ώρα που το κόστος ζωής στα βασικά τρόφιμα αυξήθηκε πάνω από 100%, ο Έλληνας εργαζόμενος σήμερα μπορεί να αγοράσει πολύ λιγότερα από όσα αγόραζε την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων.
Η «ανάπτυξη» για την οποία μιλάει η Νέα Δημοκρατία αφορά τους αριθμούς και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Για τον απλό πολίτη, η δεκαετία 2016-2026 είναι η δεκαετία της βίαιης φτωχοποίησης, όπου το δικαίωμα στη διατροφή και την αξιοπρεπή διαβίωση έγινε θυσία στον βωμό της επικοινωνιακής πολιτικής.